ΠΕΡΙ ΤΟΥ “ΑΛΑΒΑΣΤΡΟΝ ΜΥΡΟΥ ΝΑΡΔΟΥ …”.

Ὁ Εὐαγγελιστής Μᾶρκος μᾶς διηγεῖται εἰς τό 14ο κεφάλαιο τοῦ Εὐαγγελίου του: <<Καί ὄντος αὐτοῦ (τοῦ Ἰησοῦ) ἐν Βηθανίᾳ ἐν οἰκίᾳ Σίμωνος τοῦ λεπροῦ, κατακειμένου αὐτοῦ ἦλθε γυνή ἔχουσα ἀλάβαστρον μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτελοῦς κατέχεεν αὐτοῦ κατά τῆς κεφαλῆς>> (Μᾶρκ. ιδ΄: 3).

Η ΑΛΕΙΨΑΣΑ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟΝ ΜΥΡΟ_1

Τό γεγονός αὐτό ἔλαβε χῶρα λίγο πρό τοῦ πάθους τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ Κύριος, εἶχε μεταβεῖ εἰς τήν Βηθανία προσκεκλημένος σέ δεῖπνο ἀπό τόν Σίμωνα τόν πρώην λεπρό. Κατά τήν ὥρα τοῦ δείπνου παρουσιάστηκε μία γυναῖκα τῆς ὁποίας τό ὄνομα δέν ἀναφέρεται, καί πλησίασε τόν Ἰησοῦ. Κρατοῦσε στά χέρια τῆς ἕνα ἀγγεῖο μέ ἄρωμα καί ἐμύρωσε στό κεφάλι τόν Ἰησοῦ.

   Θέλοντας ὁ Εὐαγγελιστής Μᾶρκος νά τονίσει την ποιότητα καί πολυτιμότητα τοῦ ἀρώματος, τό περιγράφει μέ τίς συγκεκριμένες λέξεις πού ἀναφέρονται ἀνωτέρω. Ἔχουμε δέ νά σημειώσουμε τά ακόλουθα:

    Οἱ Ἰουδαῖοι κατεργάζοντο εὐῶδη σκευάσματα τά ὁποῖα χρησιμοποιοῦσαν κατά τό ἔθος των σέ διάφορες τελετές. Μάλιστα στό Μωσαϊκό νόμο καθορίζονται συγκεκριμένοι κατασκευαστές μύρου διά τίς ἀνάγκες τοῦ Ναοῦ (Γ΄ Βασ. 9:30). Ἡ χρήση λοιπόν μύρου, εἶχε καταστήσει τούς Ἰουδαίους εἰδικούς στό εἴδους, τό ὁποῖο ἐμπορεύοντο καί ἐξήγαγαν καί εἰς ἄλλες χῶρες. Οἱ ποιότητες τῶν ἀρωματικῶν αὐτῶν κατασκευασμάτων ἦταν διάφορες καί ἀνάλογες ἦταν καί οἱ τιμές πού ἐπωλοῦντο. Τό πλέον πολυτιμότερο καί ταυτοχρόνως ἀκριβότερο μῦρο ἐπωλεῖτο ἐντός σφραγισμένου ἀγγείου ἀπό <<ἀλαβαστίτη>>. Ὁ ἀλαβαστίτης εἶναι ἕνα ὀρυκτό ἡμιπολύτιμο πέτρωμα, τό ὁποῖο ἐπιδέχεται λάξευσιν. Τό ἀλάβαστρον αὐτό ἀγγεῖο, πού περιεῖχε τά ἀκριβότερα ἐκ τῶν μύρων ὅπως εἴπαμε, ἦτο μιᾶς χρήσεως, διότι μέ τήν τοποθέτησιν τοῦ μύρου ἐντός αὐτοῦ, ἐσφραγίζετο. Γι’ αὐτό ὁ Εὐαγγελιστής Μᾶρκος σημειώνει πρός ἐπιβεβαίωσι τῆς πολυτιμότητας τοῦ συγκεκριμένου μύρου, ὅτι ἡ γυναῖκα ἐκείνη <<συντρίψασα τό ἀλάβαστρον…>> (Μᾶρκ. ιδ΄: 3)  δηλαδή μή ὑπάρχοντος ἄλλου τρόπου νά ἀνοίξει τό ἀγγεῖον, τό ἔσπασε.

ναρδος

 Τό ἄρωμα κατέκλυσε τήν αἴθουσα ὅλη. Ἐξ αὐτοῦ ἔγινε γνωστό τό εἶδος τοῦ ἀρώματος, πού ἦταν <<νάρδος>>. Τό φυτό Νάρδος σήμερα ὀνομάζεται Βαλεριανή ἤ Βαρελιάνα. Ἀπό αὐτό τό φυτό δι’ ἀποστάξεως ἐξάγεται μικροποσότητα ἐλαίου (1%) ὑποκίτρινου χρώματος καί διαπεραστικῆς ὀσμῆς.

Τοῦτο χρησιμοποιεῖται ἀπό ἀρχαιοτάτων χρόνων τόσο στήν ἀρωματοποιΐα ὅσο -καί κυρίως- στήν ἰατρική.Τό ἀλάβαστρον λοιπόν τῆς γυναικός ἐκείνης περιεῖχε μῦρον Νάρδου (βαλεριανῆς) <<πιστικῆς>> δηλαδή ἀνόθευτου ναρδικοῦ ἐλαίου, γεγονός, πού ἐπιβεβαιώθηκε τόσο ἀπό τήν ἔντονη εὐωδία πού διαχύθηκε στήν οἰκία, ὅσο καί ἀπό τό ἐνσφράγιστο ἀλάβαστρο ὅπως ἀναφέραμε ἀνωτέρω. Προκειμένου μάλιστα νά δείξει ὁ Εὐαγγελιστής τόν σκανδαλισμό τῶν Μαθητῶν τοῦ Κυρίου (Ματθ. 26:8) γιά τήν σπατάλη πού ἔγινε, μᾶς προσθέτει καί τήν λέξι <<πολυτελοῦς>> δηλαδή ὅτι τό μῦρο πού προσφέρθηκε στόν Ἰησοῦ ἀναγνωρίσθηκε ἀπό ὅλους, ὅτι ἦταν πράγματι πολύ ἀκριβό.τό φυτό δι’ ἀποστάξεως ἐξάγεται μικροποσότητα ἐλαίου (1%) ὑποκίτρινου χρώματος καί διαπεραστικῆς ὀσμῆς. Τοῦτο χρησιμοποιεῖται ἀπό ἀρ

   Πρός γνῶσι δέ τῶν φιλομαθῶν, σημειώνουμε ὅτι τό γεγονός αὐτό, δέν πρέπει νά σχετίζεται μέ τήν παρόμοια περίπτωσι πού ἀναφέρει ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς στό 7:36-50. Τοῦτο λέγουμε διότι δέν ἐναρμονίζονται οἱ δύο περιπτώσεις οὔτε χρονικῶς οὔτε εἰς τό πρόσωπο τόν Κύριον ἀλλ’ οὔτε καί εἰς τήν μύρωσιν. Εἰς τήν ἀνωτέρω περίπτωσιν (Εὐαγγελιστοῦ Μάρκου) τό γεγονός συνέβη ὀλίγον πρό τοῦ πάθους, ἐνῶ ἡ ἀφήγησις τοῦ Ευαγγ. Λουκᾶ ἀναφέρεται πολύ ἐνωρίτερον. Ἡ γυνή πού περιγράφη ὁ Ευαγγ. Λουκᾶς ἦτο πόρνη (<<ποταπή>>), ἐνῶ ὁ Εὐαγγ. Μᾶρκος εἰς τήν ἀφήγησίν του δέν τήν χαρακτηρίζει ὡς τοιαύτην. Τέλος, εἰς τήν περικοπή τοῦ Ευαγ. Μάρκου ἡ γυναίκα ἐκείνη ἐμύρωσε τήν κεφαλήν τοῦ Ἰησοῦ, ἐνῶ ἡ τοῦ Εὐαγγ. Λουκᾶ τούς πόδας αὐτοῦ. Ἐπίσης, σαφέστατη εἶναι ἡ διαφορά μεταξύ τῶν ἀνωτέρω δύο περιπτώσεων καί ἐκείνης πού περιγράφει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης (12:1-8) παρότι ὁμοιάζουν μερικῶς.

   Ἀνακαιφαλιώνοντας λέγομεν, ὅτι οἱ Μᾶρκος καί Ματθαῖος ἀναφέρονται εἰς τήν ἴδιαν περίπτωσιν, ἡ ὁποία δέν σχετίζεται οὔτε μέ ἐκείνην τοῦ Λουκᾶ, ἀλλ’ οὔτε μέ τήν τοῦ Ἰωάννου. Ἤτοι, οἱ μέν Μᾶρκος καί Ματθαῖος περιγράφουν μίαν γυναίκα πού προσῆλθεν εἰς τό σπίτι Σίμωνος τινός πρώην λεπροῦ καί ἐμύρωσεν τήν κεφαλήν τοῦ Ἰησοῦ δύο ἡμέρας πρό τῶν Ἀζύμων τοῦ Πάσχα. Ὁ Λουκᾶς ἀναφέρεται εἰς μίαν γυναίκαν ἁμαρτωλήν πού ἔνυψε τούς πόδας τοῦ Ἰησοῦ διά μύρου, εἰς τράπεζαν πού παρέθεσε Φαρισαῖος τις ὀνόματι Σίμων, κατά τό πρῶτο ἔτος τοῦ δημοσίου κηρύγματος τοῦ Ἰησοῦ. Ὁ δέ Ἰωάννης ἀφηγεῖται τήν περίπτωσιν τῆς ἀλειψάσης τούς πόδας τοῦ Ἰησοῦ διά μύρου ἀδελφῆς τοῦ ἀναστηθέντος Λαζάρου, Μαρίας, πρό ἕξι ἡμερῶν τοῦ Πάσχα.

Published in: on Ἰανουαρίου 21, 2013 at 9:29 μ.μ.  Σχολιάστε  
Tags: , ,

“ΒΙΒΛΟΣ ΓΕΝΕΣΕΩΣ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΥΙΟΥ ΔΑΥΪΔ ΥΙΟΥ ΑΒΡΑΑΜ….”

  Ὅ­λοι θά ἔ­χου­με πα­ρα­τη­ρή­σει εἰς τήν Εὐ­αγ­γε­λι­κή πε­ρι­κο­πήν τῆς Κυ­ρι­α­κῆς πρό τῆς Χρι­στοῦ γεν­νή­σε­ως, νά ἀ­να­φέ­ρο­νται μί­α σει­ρά πολ­λῶν καί δυ­σγνώ­στων ὀ­νο­μά­των, ἀ­πο­τε­λού­ντων τό γε­νεα­λο­γι­κόν δέν­δρον τοῦ Κυ­ρί­ου ἡ­μῶν Ἰ. Χρι­στοῦ, προ­κει­μέ­νου νά κα­τα­δει­χθῆ, ἡ ἐκ σπέρ­μα­τος Ἀ­βρα­άμ, καί ἐκ γέ­νους Δα­βίδ, κα­τα­γω­γή Αὐ­τοῦ.

   Κρί­νο­μεν λοι­πόν εὔ­λο­γον, νά ἑρ­μη­νεύ­σω­με τά ὀ­νό­μα­τα αὐ­τά πού ἀ­να­φέ­ρο­νται ὡς πρό­γο­νοι τοῦ Κυ­ρί­ου ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, πρός γνῶ­σιν τῶν ἀ­να­γνω­στῶν μας.

    Α­ΒΡΑ­ΑΜ. Λέ­ξις ἐ­βραϊ­κή, ἡ ὁ­ποί­α πα­ρά­γε­ται ἐκ τῶν λέ­ξε­ων αβ=πα­τήρ, ραβ=μέ­γας καί χα­μόν=πλῆ­θος λα­οῦ. Ἡ σύν­θε­τος αὐ­τή λέ­ξις Ἀ­βραβ­χα­μόν, συ­ναι­ρού­με­νη μᾶς δί­δει τήν ση­με­ρι­νή μορ­φήν της Ἀ­βρα­χάμ πού ση­μαί­νει πα­τήρ με­γά­λου πλή­θους λα­οῦ. Οἱ Ο´  με­τέ­φρα­σαν τήν λέ­ξιν εἰς τήν Ἑλ­λη­νι­κήν γλῶσ­σαν Ἀ­βρα­άμ. Τό ὄ­νο­μά του ἀρ­χι­κῶς ἦ­το Ἄ­βραμ, σύν­θε­το καί αὐ­τό ἐκ τῶν ἐ­βραϊ­κῶν λέ­ξε­ων Ἀβ =πα­τήρ καί ράμ=ὑ­ψη­λός, ὡς μέ­γας Πα­τρι­άρ­χης δέ καί ἱ­δρυ­τής τοῦ Ἰσ­ρα­η­λι­τι­κοῦ ἔ­θνους, με­το­νο­μά­σθη Ἀ­βρα­άμ.

THYSIA_AVRAAM_thumb

Ι­ΣΑ­ΑΚ. Ἐκ τῆς  ἐ­βραϊ­κῆς λέ­ξε­ως γε­λγι­τσε­χάκ πού σημαί­νει γελα­στι­κός (ἐκ τοῦ ρή­μα­τος τσα­χάκ=γελῶ). Οὕ­τως ὀ­νο­μά­ζε­το ὁ υἱ­ός τοῦ Ἀ­βρα­άμ καί τῆς Σά­ρα, ὅ­ταν ὁ πα­τήρ του ἦ­το 100 ἐ­τῶν καί ἡ μή­τηρ του 90, οὖ­σα πρό­τε­ρον στεῖ­ρα.

Ι­Α­ΚΩΒ. Ἡ Ἐ­βραϊ­κή λέ­ξις γι­α­κόβ ση­μαί­νει ἀ­πα­τε­ών, συ­κο­φά­ντης. Ἰ­α­κώβ ὀ­νο­μά­ζε­το ὁ υἱ­ός τοῦ Ἰ­σα­άκ, ὁ ὀ­ποῖ­ος ἐ­ξα­πά­τη­σε τόν ἀ­δελ­φόν του Ἠ­σαῦ, καί ἔ­λα­βε τά πρω­το­τό­κι­α αὐ­τοῦ.

    Ι­ΟΥ­ΔΑΣ. Ἐκ τῆς ἐ­βραϊκ. λέ­ξε­ως γι­ε­χου­δά, ἤ­τοι ἔν­δο­ξος. Οὖ­τος ὑ­πῆρ­ξε ὁ τέ­ταρ­τος υἱ­ός τοῦ Ἰ­α­κώβ, γεν­νη­θείς ἐκ τῆς Λεί­ας. Ὁ Πα­τρι­άρ­χης αὐ­τός δι­ε­κρί­θη ἐκ τῶν λοι­πῶν ἀ­δελ­φῶν του, δι­ό­τι ἐξ αὐ­τοῦ κα­τή­γο­ντο οἱ βα­σι­λεῖς καί αὐ­τός ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός.

ΦΕ­ΡΕΣ. Ἐκ τοῦ ἐ­βραϊ­κοῦ ρή­μα­τος φα­ράτ­ς πού ση­μαί­νει κλά­σις, θλά­σις. Τό ὄ­νο­μα αὐ­τό ἔ­λα­βε ὁ υἱ­ός τοῦ Πα­τρι­άρ­χου Ἰ­ού­δα, τόν ὁ­ποῖ­ον ἐ­γέ­νη­σε ἐκ τῆς νύμ­φης του Θά­μαρ. Οὖ­τος ἦ­το δύ­δι­μος ἀ­δελ­φός τοῦ Ζα­ρά πού ση­μαί­νει ὁ ἀ­να­τέλ­λων. Πε­ρισ­σό­τε­ρα πε­ρί ἐνδιαφερούσας ταύτης γεν­νή­σε­ως τῶν Φα­ρές καί Ζα­ρά, δύ­να­νται οἱ ἀ­να­γνώ­σται μας νά εὔ­ρουν εἰς τό βι­βλί­ο τῆς γε­νέ­σε­ως κεφ. Λη´.Ἐ­κεῖ θά πλη­ρο­φο­ρη­θοῦν καί πε­ρί τῆς ὀ­νο­μα­το­δο­σί­ας τοῦ Φα­ρές.

ΕΣ­ΡΩΜ. Ἐκ τῆς ἐ­βραϊ­κῆς χε­τσρόμ, πού ση­μαί­νει ἄλ­μα. Ἀλ­λοῦ εἰς τήν Ἁγ. Γρα­φήν εὐ­ρί­σκε­ται καί ὡς Ἀσ­ρώμ. Ἧ­το υἱ­ός τοῦ Φα­ρές καί ἀρ­χη­γός ὁ­μά­δος.

Α­ΡΑΜ. Εἰς τήν ἐ­βραϊ­κήν ράμ μέ τήν πρό­σθε­σιν τοῦ α, ση­μαί­νει ὑ­ψω­μέ­νος, ὡς πα­ρά­γω­γον ἐκ τῆς λέ­ξε­ως ρούμ. Ὑ­πῆρ­ξε υἱ­ός τοῦ ἀ­νω­τέ­ρω Ἐσ­ρώμ.

Α­ΜΙ­ΝΑ­ΔΑΒ. Σύν­θε­το ὅ­νο­μα ἐκ τῶν ἐ­βραϊ­κῶν λέ­ξε­ων α­μι=λα­ός μου, καί να­δίβ=πρό­θυ­μος, δη­λα­δή ὁ πρό­θυ­μος λα­ός μου. Ἦ­το υἱ­ός τοῦ Ἀ­ράμ.

ΝΑ­ΑΣ­ΣΩΝ. Ἐκ τῆς ἐ­βραϊ­κῆς λέ­ξε­ως να­χασ­σών ἤ­τοι δρά­κων, ὄ­φις. Οὕ­τως ὀ­νο­μά­σθη ὁ υἱ­ός τοῦ Ἀ­μι­να­δάβ, ἦ­το δέ γαμ­βρός ἐξ ἀ­δελ­φῆς τοῦ Ἀρ­χι­ε­ρέ­ως Ἀ­α­ρών καί ἄρ­χων τῆς φυ­λῆς τοῦ Ἰ­ού­δα, τῆς πα­ρα­τα­χθεί­σης κύ­κλῳ τῆς Σκη­νῆς τοῦ Μαρ­τυ­ρί­ου.

ΣΑΛ­ΜΩΝ. Ση­μαί­νει εἰ­ρη­νι­κός. Πα­ρά­γε­ται δέ ἐκ τῆς ἐ­βραϊ­κῆς λέ­ξε­ως σα­λάμ=εἰ­ρή­νη. Ἦ­το υἱ­ός τοῦ Να­α­σών καί ἐ­νυμ­φεύ­θη τήν Ρα­χάβ.

ΒΟ­ΟΖ. Προ­έρ­χε­ται ἐκ τῆς ἐ­βραϊ­κῆς λέ­ξε­ως βο­άτ­ζ καί ση­μαί­νει ἄν­θρω­πος δυ­να­τός, ἀν­δρεῖ­ος. Οὕ­τως ὀ­νο­μά­σθη ὁ υἱ­ός τοῦ Σαλ­μών.

Ω­ΒΗΔ. Ἐκ τῆς ἐ­βραϊ­κῆς λέ­ξε­ως ὠ­βέδ, ἡ ὁ­ποί­α ἑρ­μη­νεύ­ε­ται θε­ρά­πων, ὑ­πη­ρέ­της. Προ­έρ­χε­ται ἐκ τοῦ ρή­μα­τος ἀ­βάδ=ὑ­πη­ρε­τῶ. Ἦ­το υἱ­ός τοῦ ἀ­νω­τέ­ρω Βο­όζ.

Ι­ΕΣ­ΣΑΙ. Υἱ­ός τοῦ Ὠ­βήδ. Εἰς τήν ἐ­βραϊ­κήν ἐκ­φω­νεῖ­ται γισ­σά ἐκ τοῦ ρή­μα­τος γι­ασ­σάχ, πού ση­μαί­νει ὑ­πάρ­χων. Ἐκ τῆς οἰ­κο­γε­νεί­ας αὐ­τοῦ, προ­έρ­χε­ται κα­τ’ εὐ­θεί­αν ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός κα­θώς προ­ε­κή­ρυ­ξε ὁ προφ. Ἠ­σαΐ­ας· <<καί ἐ­ξε­λεύ­σε­ται ρά­βδος ἐκ τῆς ρί­ζης Ἰ­εσ­σαί κ.λ.π>>. (Ἠσ. ι­α´1).

Η στέψις του πρ. Δαυϊδ.

Η στέψις του πρ. Δαυϊδ.

ΔΑ­ΒΙΔ. Λέ­ξις ἐ­βραϊ­κή προ­ερ­χο­μέ­νη ἐκ τοῦ δόδ πού ση­μαί­νει ἀ­γα­πη­τός ἤ ἐκ τοῦ ρήμ.δα­βάδ=ἀ­γα­πῶ. Οὗ­τος ἦ­το ὁ νε­ώ­τε­ρος υἱ­ός τοῦ Ἰ­εσ­σαί, ἐκ τοῦ γέ­νους δέ αὐ­τοῦ ἐ­γεν­νή­θη ὁ Κύ­ρι­ος ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, ἐξ οὕ καί ἐ­κα­λεῖ­το <<υἱ­ός Δα­βίδ>>. Ποι­μήν ὅν, κα­τά θεί­αν βού­λη­σιν ἐ­χρί­σθη βα­σι­λεύς.

ΣΟ­ΛΟ­ΜΩΝ. Κα­τά τήν ἐ­βραϊ­κήν δι­ά­λε­κτον σε­λο­μόχ, ση­μαί­νει εἰ­ρη­νι­κός. Οὕ­τως ὀ­νο­μά­ζε­το ὁ υἱ­ός τοῦ Βα­σι­λέ­ως Δα­βίδ, ἐκ τῆς γυ­ναι­κός τοῦ Οὐ­ρί­ου, Βηρ­σα­βε­έ. Συ­νέ­γρα­ψε πολ­λά σο­φά κεί­με­να.

ΡΟ­ΒΟ­ΑΜ. Σύν­θε­τος ἐ­βραϊ­κή λέ­ξις, προ­φε­ρο­μέ­νη ρε­χα­βε­άμ ἐκ τοῦ ρήμ. ρα­χάβ= ἐ­πε­κτεί­νω καί τοῦ άμ=λα­ός. Ἦ­το υϊ­ός τοῦ Βα­σι­λέ­ως Σο­λο­μῶ­ντος καί δι­ά­δο­χος αὐ­τοῦ. Ὀ­νο­μά­σθη οὕ­τως μέ τήν ἐλ­πί­δα ἐ­πε­κτά­σε­ως τοῦ βα­σι­λεί­ου πού ἔ­λα­βε ἐκ τοῦ πα­τρός του, τό ὁ­ποῖ­ο ὅ­μως ἀ­ντι­θέ­τως ἐ­πι­μί­κρυ­νε. Κα­θη­ρέ­θη ἐκ τοῦ βα­σι­λι­κοῦ ἀ­ξι­ώ­μα­τος λό­γῳ τοῦ σκλη­ροῦ αὐ­τοῦ χα­ρα­κτῆ­ρος.

Α­ΒΙ­Α. Προ­έρ­χε­ται ἐκ τῶν λέ­ξε­ων ἀ­βι=πα­τήρ μου καί γε­χο­βά=Θε­ός. Κα­τά σύ­μπτι­ξιν ἐκ­φω­νεῖ­ται κα­τά τήν ἐ­βραϊ­κήν γλῶσ­σαν α­βι­γι­άχ πού ση­μαί­νει πα­τήρ μου ὁ Θε­ός. Ἐ­βα­σί­λευ­σε ἐ­πί τρί­α ἔ­τη, ἀ­ντί τοῦ πα­τρός του Ρο­βο­άμ, κα­τέ­στη δέ θρι­αμ­βευ­τής εἰς τήν μά­χην κα­τά τοῦ Ἰ­ε­ρο­βο­άμ.

Α­ΣΑ. Υἱ­ός καί δι­ά­δο­χος τοῦ Βασ. Α­βι­ά. Ἀ­σά εἰς τήν ἐ­βραϊ­κήν ση­μαί­νει θε­ρα­πευ­τής. Ἀρ­χι­κῶς ὑ­πῆρ­ξε δί­και­ος καί θε­ο­σε­βής. Ἐ­πί τῆς Βα­σι­λεί­ας αὐ­τοῦ ἐ­κα­θα­ρί­σθη ἡ Ἰ­ε­ρου­σα­λήμ ἐκ τῶν εἰ­δώ­λων. Ἀρ­γό­τε­ρον ὅ­μως ἐ­γέ­νε­το ἀ­σε­βής ἐ­νώ­πι­ον τοῦ Θε­οῦ.

Ι­Ω­ΣΑ­ΦΑΤ. Ἐκ τῆς ἐ­βραϊ­κῆς λέ­ξε­ως γε­χο­σε­φάτ πού ση­μαί­νει ὁ Θε­ός εἶ­ναι κρι­τής. Ἐ­βα­σί­λευ­σε με­τά τόν πα­τέ­ραν αὐ­τοῦ Ἀ­σά, καί θε­ω­ρεῖ­ται ὁ πλέ­ον εὐ­σε­βής καί ἐ­νά­ρε­τος Βα­σι­λεύς τοῦ Ἰ­ού­δα.

Ι­Ω­ΡΑΜ. Ἡ σύν­θε­τος ἐ­βραϊ­κή λέ­ξις γεχοράμ, προέρχεται ἐκ τοῦ γε­χο­βά=Θε­ός καί ράμ=ὕψι­στος, καί σημαίνει ὁ Θεός εἶναι ὕψιστος. Ὑ­πῆρ­ξε υἱ­ός καί δι­ά­δο­χος τοῦ Βα­σι­λέ­ως Ἰ­ω­σα­φάτ, χώ­ρις ὅ­μως νά τόν δι­α­κρί­νη ἡ ἀ­ρε­τή καί εὐ­σέ­βει­α ἐ­κεί­νου. Ἐ­νυμ­φεύ­θη γυ­ναί­κα ἐκ τῆς ἀ­σε­βούς οἰ­κο­γε­νεί­ας τῶν Ἀ­χα­άβ, κα­τήρ­γη­σε τήν λα­τρεί­αν πρός τόν ἀ­λη­θι­νόν Θε­όν καί κα­θι­έ­ρω­σε τήν πί­στιν εἰς τόν Βά­αλ, δι­ά τήν ἐ­πι­βο­λή τῆς ὁ­ποί­ας δι­έ­πρα­ξε πλή­στα κα­κουρ­γή­μα­τα.

Ο­ΖΙ­ΑΣ. Οὕ­τως με­τα­φρά­ζουν οἱ Ο´  τό ἐ­βραϊ­κόν ὄ­νο­μα οὐ­τσι­γι­άχ, πού εἶ­ναι σύν­θε­το ἐκ τῶν λέ­ξε­ων οὐ­τσι = ἱ­σχύς καί γι­άχ (συ­γκο­πήν τοῦ γι­ε­χο­βά)=Θε­ός. Εἰς τήν Ἑλ­λη­νι­κή ἀ­πο­δί­δε­ται, δύ­να­μις τοῦ Θε­οῦ ἤ δύ­να­μίς μου ἔ­στω ὁ Θε­ός. Θά πρέ­πει ἐ­δῶ νά ση­μει­ώ­σου­με ὅ­τι ὁ Ὀ­ζί­ας δέν εἶ­ναι ἀ­π’ εὐ­θεί­ας υἱ­ός τοῦ Ἰ­ω­ράμ, ὅ­πως προ­φα­νῶς πα­ρου­σι­ά­ζε­ται εἰς τήν εὐ­αγ­γε­λι­κήν πε­ρι­κο­πήν, ἀλ­λά υἱ­ός τοῦ Ἀ­μα­σί­α. Ἡ γε­νεα­λο­γική σειρά, ἔ­χει ὡς ἐ­ξῆς. Τόν Βασ. Ἰ­ω­ράμ δι­ε­δέ­χθη ὁ υἱ­ός αὐ­τοῦ Ὀ­χο­ζί­ας, καί τοῦ­τον ὁ υἱ­ός του Ἰ­ωάς. Με­τά τόν Ἰ­ωάς, ἐ­βα­σί­λευ­σε ὁ Ἀ­μα­σί­ας, δι­ά­δο­χος δέ αὐ­τοῦ ἐ­γέ­νε­το ὁ υἱ­ός του Ὀ­ζί­ας, τόν ὁ­ποῖ­ον ἀ­να­φέ­ρει ἐ­δῶ ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στής Ματ­θαῖ­ος, ὡς δι­ά­δο­χον τοῦ Ἰ­ω­ράμ. Προ­φα­νῶς ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στής ὑ­περ­πή­δη­σε τούς πρό τοῦ Ὀ­ζί­α τρεῖς Βα­σι­λεῖς, λό­γῳ τῆς ἀ­σε­βεί­ας αὐτῶν.

Ι­ΩΑ­ΘΑΜ. Ἐκ τῆς ἐ­βραϊ­κῆς λέ­ξε­ως γι­όα­ταμ πού ση­μαί­νει τέ­λει­ος. Ἦ­το υἱ­ός τοῦ Βα­σι­λέ­ως Ὀ­ζί­α καί δι­ά­δο­χός του. Ὁ Βασ. Ἰ­ωά­θαμ ὑ­πῆρ­ξε εὐ­σε­βέ­στα­τος καί ἐ­νά­ρε­τος ἄν­θρω­πος.

Α­ΧΑΖ. Ση­μαί­νει κτή­τωρ ἤ κά­το­χος, ἐκ τῆς ἐ­βραϊ­κῆς λέ­ξε­ως α­χάτ­ς. Υἱός τοῦ Βασ. Ἰ­ωά­θαμ, δυ­σε­βής ὅ­μως καί εἰ­δω­λο­λά­τρης.

Ε­ΖΕ­ΚΙ­ΑΣ. Οὕ­τως ἑρ­μη­νεύ­ε­ται ἡ ἐ­βραϊ­κή λέ­ξις χι­τσε­κι­γι­άχ, πού ση­μαί­νει δύ­να­μις Θε­οῦ. Ὑ­πῆρ­ξε υἱ­ός καί δι­ά­δο­χος τοῦ Βασ. Ἄ­χαζ, ἀ­ντι­θέ­τως ὅ­μως τοῦ πα­τρός του, ὑπῆρξε ἄν­θρω­πος ἀ­ρε­τῆς, δι­ά τήν ὁ­ποί­αν ἐ­πευ­φη­μί­σθη ὑ­πό τοῦ λα­οῦ του.

ΜΑ­ΝΑΣ­ΣΗΣ. Ἐκ τῆς ἐ­βραϊ­κῆς λέ­ξε­ως μα­νεσ­σάχ, πού ση­μαί­νει αὐ­τός πού λη­σμο­νεῖ. Ἦ­το ὁ πρω­τό­το­κος υἱ­ός τοῦ Βασ. Ἐ­ζε­κί­α, ἀλ­λά εἰ­δω­λο­λά­τρης καί θη­ρι­ώ­δης ἕ­να­ντι τῶν ἄλ­λων ἀν­θρώ­πων.

Α­ΜΩΝ. Ση­μαί­νει ἀ­λη­θι­νός, πι­στός. Ὑ­πῆρ­ξε υἱ­ός τοῦ Βασ. Μα­νασ­σῆ, καί δι­ά­δο­χός του εἰς τήν Βα­σι­λεί­αν, χει­ρό­τε­ρος τοῦ πα­τρός του εἰς τήν ἀ­σέ­βει­αν καί κα­κο­ή­θει­αν.

Ι­Ω­ΣΙ­ΑΣ. Εἶναι ἑβραϊ­κή σύν­θε­τος λέ­ξις γι­οσ­σι­γι­άχ, συ­μπτυ­σο­μέ­νη ἐκ τοῦ εσ=πῦρ καί γε­χο­βά=Θε­ός, δύ­να­ται δέ νά ἑρ­μη­νευ­τῆ ὡς πῦρ Κυ­ρί­ου. Ἀ­νῆλ­θε εἰς τόν θρό­νον τοῦ πα­τρός του Ἀ­μών, εἰς ἠ­λι­κί­αν μό­λις 8 ἐ­τῶν. Δω­δε­κα­ε­τής ὅν, ἐ­πέ­δει­ξε τούς εὐ­σε­βεῖς στό­χους του, κα­θα­ρί­σας τήν Ἰ­ε­ρου­σα­λήμ ἐκ τῶν εἰ­δώ­λων, καί κα­θι­ε­ρώ­σας πά­λιν τήν λα­τρεί­αν τοῦ ἀ­λη­θι­νοῦ Θε­οῦ. Γε­νι­κῶς ὑ­πῆρ­ξε εὐ­σε­βέ­στα­τος βα­σι­λεύς, οὖτος δέ με­τά τῶν Δα­βίδ καί Ἐ­ζε­κί­αν, ἐ­θε­ω­ρή­θη­σαν οἱ πλέ­ον εὐ­σε­βέ­στα­τοι βα­σι­λεῖς τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ. Ἐ­φο­νεύ­θη ὑ­πό τοῦ Βα­σι­λέ­ως τῆς Αἰ­γύ­πτου Νε­χα­ώ.

Ι­Ε­ΧΟ­ΝΙ­ΑΣ. Ἐκ τῆς ἐ­βραϊ­κῆς λέ­ξε­ως γε­κα­νε­γι­άχ, ἤ­τοι προ­πα­ρα­σκευ­ή τοῦ Θε­οῦ. Ἦ­το υἱ­ός τοῦ Ἰ­ω­σί­α, καί ἐ­βα­σί­λευ­σε με­τά τόν ἀ­δελ­φόν του Ἰ­ωά­χαζ. Τοῦ­τον ἀ­νε­βί­βα­σε εἰς τόν θρό­νον ὁ κα­τα­βι­βά­σας ἐξ αὐ­τοῦ τόν Ἰ­ωά­χαζ, βα­σι­λεύς τῆς Αἰ­γύ­πτου Νε­χα­ώ, με­το­νο­μά­σας αὐ­τόν Ἐ­λι­α­κείμ, καί ἀρ­γό­τε­ρον Ἰ­ωα­κείμ. Ἐ­πί τῆς βα­σι­λεί­ας αὐ­τοῦ, κα­τε­λή­φθη ἡ χώ­ρα του ὑ­πό τοῦ Βα­σι­λέ­ως τῶν Ἀσ­συ­ρί­ων Να­βου­χο­δο­νό­σωρ, ὅ­στις ἠ­χμα­λώ­τη­σε ὅ­λους τούς Ἑβραί­ους καί με­τή­γα­γε αὐ­τούς εἰς Βα­βυ­λῶ­ναν.

ΣΑ­ΛΑ­ΘΙ­ΗΛ. Ἡ ἑ­βραϊ­κή αὐ­τή λέ­ξις προ­έρ­χε­ται ἐκ τῆς σε­α­λε­τι­έλ πού ση­μαί­νει αἴ­τη­σις Θε­οῦ. Οὕ­τως ὀ­νο­μά­ζε­το ὁ υἱ­ός τοῦ Βασ. Ἰ­ε­χο­νί­α, γεν­νη­θείς εἰς Βα­βυ­λώ­ναν.

ΖΟ­ΡΟ­ΒΑ­ΒΕΛ. Εἰς τήν Ἑ­βραϊ­κήν γλῶσ­σαν ἐκ­φέ­ρε­ται τσε­ρου­βα­βέλ καί εἶ­ναι σύν­θε­τος ἐκ τοῦ ρή­μα­τος τσα­ράχ=δι­α­σκορ­πί­σω καί τῆς λέ­ξε­ως βα­βέλ=Βα­βυ­λῶ­να, δύ­να­ται δέ νά ἑρ­μη­νευ­τῆ· ὁ δι­ω­χθείς εἰς Βα­βυ­λῶ­να ἤ πι­ό συ­γκε­κρι­μέ­να ὁ γεν­νη­θείς εἰς Βα­βυ­λῶ­να. Ἦ­το ὁ υἱ­ός τοῦ Σα­λα­θι­ήλ, ὁ ὁ­ποῖ­ος με­τά τήν ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σιν τῶν Ἑ­βραί­ων ἐκ τῶν Βα­βυ­λω­νί­ων, ὁ­δή­γη­σε τού­τους εἰς τήν χώ­ραν των. Τῇ πρω­το­βου­λί­ᾳ αὐ­τοῦ ἀ­νοι­κο­δο­μή­θη ὁ Να­ός τοῦ Σο­λο­μῶ­ντος.

Α­ΒΙ­ΟΥΔ. Ἐκ τῆς ἑ­βραϊ­κῆς λέ­ξε­ως ἀ­βι­χούδ, προ­ερ­χο­μέ­νης ἐκ τοῦ αβ=πα­τήρ καί τοῦ ὀ­νό­μα­τος γι­α­χούδ=Ἰ­ού­δα, δύ­να­ται δέ νά ἑρ­μη­νευ­τῆ· δι­ά τοῦ πα­τρός ἤ πα­τήρ τοῦ Ἰ­ού­δα. Τό ὄ­νο­μα αὐ­τό ἔ­λα­βε ὁ υἱ­ός τοῦ Ζο­ρο­βά­βελ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­ζη ὅ­λως ἱ­δι­ω­τι­κόν βί­ον, καί ἵ­σως ἐκ τού­του δέν ἀ­να­φέ­ρε­ται εἰς τό βι­βλί­ο τῶν Πα­ρα­λει­πο­μέ­νων.

Ε­ΛΙ­Α­ΚΕΙΜ. Ἡ σύν­θε­τος αὔ­τη ἑ­βραϊ­κή λέ­ξις πα­ρά­γε­ται ἐκ τοῦ ἐλ=Θε­ός καί τοῦ γι­α­κείμ=ἀ­νυ­ψῶ, τό ὄ­νο­μα δέ ἐ­λι­γι­α­κείμ, ἑρ­μη­νεύ­ε­ται ὁ Θε­ός ἀ­νυ­ψοῖ. Οὕ­τως ἐ­κα­λεῖ­το ὁ υἱ­ός τοῦ Ἀ­βι­ούδ. Ἀ­να­φέ­ρε­ται εἰς τό βι­βλί­ον τῆς Ἰ­ου­δίθ ὡς ὁ μέ­γας ἱ­ε­ρεύς Ἰ­ωα­κείμ.

Α­ΖΩΡ.Ἐκ τῆς ἑ­βραϊ­κῆς λέ­ξε­ως ἀ­τσάρ πού ση­μαί­νει βο­η­θός. Ἦ­το υἱ­ός τοῦ ἀ­νω­τέ­ρω Ἐ­λι­α­κείμ.

ΣΑ­ΔΩΚ. Εἰς τήν ἑ­βραϊ­κήν κα­λεῖ­ται τσα­δόκ καί ση­μαί­νει δί­και­ος. Τό ὄ­νο­μα αὐ­τό ἔ­φε­ρε ὁ υἱ­ός τοῦ Ἀ­ζώρ.

Α­ΧΕΙΜ. Ἀ­να­φέ­ρε­ται καί ἀ-κείμ. Οὕ­τως ὀ­νο­μά­ζε­το ὁ υἱ­ός τοῦ Σα­δώκ.

Ε­ΛΙ­ΟΥΔ. Προ­φέ­ρε­ται εἰς τήν Ἑ­βραϊ­κήν γλῶσ­σαν ἐ­λι­χόδ καί εἶ­ναι σύν­θε­τος ἐκ τοῦ ἐλ=Κύ­ρι­ος καί τοῦ χόδ=δό­ξα, ἔ­παι­νος, δύ­να­ται δέ νά ἑρ­μη­νευ­τῆ· ἡ δό­ξα Κυ­ρί­ου. Ἦ­το υἱ­ός τοῦ Ἀ­χείμ.

Ε­ΛΕ­Α­ΖΑΡ. Σύν­θε­τος ἑ­βραϊ­κή λέ­ξις ἐκ τοῦ ἐλ=Κύ­ρι­ος καί ἀ­τσάρ=βο­ή­θει­α, πού πα­ρά­γει τήν λέ­ξιν ἐ­λε­α­τσάρ ἤ­τοι ὁ Κύ­ρι­ος (ὁ Θε­ός) εἶ­ναι βο­η­θός. Ὑ­πῆρ­ξε ὁ υἱ­ός τοῦ Ἐ­λι­ούδ.

ΜΑΤ­ΘΑΝ. Ἡ Ἑ­βραϊ­κή λέ­ξις μα­τάν, ση­μαί­νει δῶ­ρον. Ὀ­νο­μά­ζε­το δέ οὕ­τως ὁ υἱ­ός τοῦ Ἐ­λε­ά­ζαρ.

Ι­Α­ΚΩΒ. Πε­ρί τοῦ ὀ­νό­μα­τος τού­του, βλέ­πε ἀ­νω­τέ­ρω, ὅ­που ἑρ­μη­νεύ­σα­με τό αὐ­τό ὄ­νο­μα τοῦ υἱ­οῦ Ἰ­σα­άκ. Ἐ­κα­λεῖ­το οὕ­τως ὁ υἱ­ός τοῦ Ματ­θάν.

Ι­Ω­ΣΗΦ. Εἰς τήν ἑ­βραϊ­κήν δι­ά­λε­κτον ἐκ­φέ­ρε­ται γι­ο­σέφ. Τό πλή­ρες ὄ­νο­μα εἶ­ναι γε­χο­σέφ, ἐκ τοῦ ρή­μα­τος ἀ­σάφ=αὐ­ξά­νω. Μέ τήν μορ­φήν αὐ­τήν δύ­να­ται νά ἑρ­μη­νευ­τῆ· ἐ­παύ­ξη­σις. Τό ὄ­νο­μα αὐ­τό εἶ­χε ὁ υἱ­ός τοῦ Ἰ­α­κώβ, ὅ­στις ἐ­γέ­νε­το μνή­στωρ τῆς Παρ­θέ­νου καί Θε­ο­τό­κου Μα­ρί­ας, ἐξ ἧς ἐ­γεν­νή­θη ὁ Κύ­ρι­ος ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός.

   Αὔ­τη εἶ­ναι ἡ γε­νεα­λο­γι­κή σει­ρά πού ἀ­να­φέ­ρει ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στής Ματ­θαῖ­ος, προ­κει­μέ­νου νά κα­τα­δεί­ξη ὅ­τι ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, εἶ­χε τήν κα­τα­γω­γήν αὐ­τοῦ ἐκ σπέρ­μα­τος Ἀ­βρα­άμ καί ἐκ γέ­νους Δα­βίδ. Τοῦ­το ἔ­κα­νε ὁ ἀ­νω­τέ­ρω Εὐ­αγ­γε­λι­στής, κα­θό­τι τό Εὐ­αγ­γέ­λι­ον αὐ­τοῦ,  ἀ­πευ­θύ­νε­το κυ­ρί­ως πρός κα­τή­χη­σιν τῶν Ἑ­βραί­ων, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἐ­γνώ­ρι­ζον ἐκ τῶν προ­φη­τῶν ὅ­τι ὁ Μεσ­σί­ας θά κα­τή­γε­το ἐξ Ἀ­βρα­άμ καί Δα­βίδ. Πρός ἀ­πό­δει­ξιν τῶν ἀ­νω­τέ­ρω ὁ Ἱ­ε­ρός Εὐ­αγ­γε­λι­στής φέ­ρει τόν πα­ρό­ντα γε­νο­λο­γι­κόν κα­τά­λο­γον. Σα­φῶς βέ­βαι­α γνω­ρί­ζου­με, ὅ­τι ὁ Κ.ἡ.Ἰ.Χρι­στός δέν ἦ­το υἱ­ός τοῦ Ἰ­ω­σήφ κα­τά σάρ­κα, δι­ό­τι ἐ­γεν­νή­θη ἐξ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ἀλ­λ’ ἑν­νο­εῖ­το ὡς τοι­οῦ­τος, ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει ὁ Εὐ­αγ. Λου­κᾶς· <<Ὅς ἐ­νο­μί­ζε­το υἱ­ός Ἰ­ω­σήφ….. >> κ.λ.π.

Published in: on Δεκεμβρίου 31, 2012 at 10:46 μ.μ.  Σχολιάστε  

Ο ΠΡΩΤΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΑΙΘΙΟΠΑΣ

    Στίς Πρά­ξεις τῶν Ἀ­πο­στό­λων (Κεφ.η΄, 26-40), ἀ­να­φέ­ρε­ται μέ πο­λύ γρα­φι­κό­τη­τα, ἡ θαυ­μα­στή ἱ­στο­ρί­α τῆς βά­πτι­σης τοῦ πρώ­του Αἰ­θί­ο­πα Χρι­στι­α­νοῦ. Θε­ω­ροῦ­με ὠ­φέ­λι­μο νά ἀ­να­πτύ­ξου­με αὐ­τό τό γε­γο­νός,  γι­ά νά λά­βουν οἱ ἀ­να­γνῶ­στες μας πε­ρισ­σό­τε­ρη γνώ­ση.

   Ἡ Αἰ­θι­ο­πί­α ἤ ὅ­πως πα­λαι­ό­τε­ρα ὀ­νο­μα­ζό­ταν Ἀ­βησ­συ­νί­α, εἶ­ναι μι­ά χώ­ρα τῆς Ἀ­να­το­λι­κο­κε­ντρι­κῆς Ἀ­φρι­κῆς. Πα­λαι­ό­τε­ρα ἦ­ταν ἕ­να ἀ­πό τά με­γα­λύ­τε­ρα βα­σί­λει­α. Ἀ­πό τή χώ­ρα αὐ­τή κα­τά­γο­νταν ὁ ἀ­να­φε­ρό­με­νος στή Ἀ­πο­στο­λι­κή πε­ρι­κο­πή.   

    Ἄς δοῦ­με ὅ­μως ποι­ός ἦ­ταν ὁ πρῶ­τος Χρι­στι­α­νός Αἰ­θί­ο­πας.  Τό ὄ­νο­μά του δέν ἀ­να­φέ­ρε­ται, οὔ­τε καί με­τά τήν βά­πτι­σή του ἀ­πό τόν Ἀ­πό­στ. καί Δι­ά­κο­νο Φί­λιπ­πο. Ἡ πε­ρι­κο­πή μᾶς μι­λᾶ γι­ά· «ἀ­νήρ Αἰ­θί­οψ εὐ­νοῦ­χος δυ­νά­στης Καν­δά­κης τῆς βα­σι­λίσ­σης Αἰ­θι­ό­πων, ὅς ἦν ἐ­πί πά­σης τῆς γά­ζης αὐ­τῆς, ὅς ἐ­λη­λύ­θει προ­σκυ­νή­σων εἰς Ἰ­ε­ρο­σό­λυ­μα».

    Ὅ­πως εἴ­πα­με πι­ό πά­νω, ἡ Αἰ­θι­ο­πί­α δέν εἶ­χε τήν φτώ­χει­α καί τήν δυ­στυ­χί­α τῆς ση­με­ρι­νῆς ἐ­πο­χῆς. Ὑ­πῆρ­ξε μί­α εὔ­φο­ρη καί δυ­να­τή χώ­ρα. Κά­πο­τε μά­λι­στα κα­τέ­κτη­σε καί τήν Αἴ­γυ­πτο. Κα­τά τήν ἐ­πο­χή τοῦ Κυ­ρί­ου ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, στό θρό­νο τῆς Αἰ­θι­ο­πί­ας ἦ­ταν βα­σί­λισ­σα. Οἱ βα­σί­λισ­σες καί οἱ βα­σι­λο­μή­το­ρες ὀ­νο­μα­ζό­ντου­σαν «Καν­δᾶ­κες», ὅ­πως μαρ­τυ­ροῦν ἀρ­χαῖ­οι Ἱ­στο­ρι­κοί (Πλί­νι­ος «ὁ πρε­σβύ­τε­ρος», 1ος αἰ­ώ­νας π. Χ. κ.ἄ.), του­λά­χι­στον ἀ­πό τήν ἐ­πο­χή τοῦ Καί­σα­ρα Αὔ­γου­στου (30 π.Χ.) μέ­χρι τόν Αὐ­το­κρά­το­ρα Βε­σπε­σι­α­νό (-79 μ.Χ.). Αὐ­τό πα­ρα­τη­ρεῖ­ται καί σέ ἄλ­λες χῶ­ρες, ὅ­πως π.χ. στήν Αἴ­γυ­πτο οἱ βα­σι­λεῖς ὀ­νο­μα­ζό­ντου­σαν Φα­ρα­ώ, καί Σέ­λευ­κοι οἱ ἄρ­χο­ντες τῆς Συ­ρί­ας.

     Ὁ Αἰ­θί­ο­πας λοι­πόν τῆς πε­ρι­κο­πῆς, ἦ­ταν ση­μα­ντι­κό πρό­σω­πο στή πα­τρί­δα του. Ἀ­να­φέ­ρε­ται «εὐ­νοῦ­χος» πού ση­μαί­νει ἤ ὅ­τι ἦ­ταν κα­τά κυ­ρι­ο­λε­ξί­α εὐ­νοῦ­χος καί ἔ­φο­ρος τοῦ γυ­ναι­κω­νί­τη τοῦ πα­λα­τι­οῦ ἤ μᾶλ­λον -καί τό πλέ­ον πι­θα­νό­τε­ρο ἀ­φοῦ στό θρό­νο ἦ­ταν βα­σί­λισ­σα- ὅ­τι ἦ­ταν αὐ­λι­κός, ἄν­θρω­πος ἐ­μπι­στο­σύ­νης τῆς βα­σί­λισ­σας. Τό «δυ­νά­στης» μᾶς λέ­ει τήν κρα­τι­κή ὑ­πε­ρο­χή πού εἶ­χε. Ἄλ­λω­στε, τό ὅ­τι το­νί­ζε­ται· «ἦν ἐ­πί πά­σης τῆς γά­ζης αὐ­τῆς» ση­μαί­νει ὅ­τι τό ἀ­ξί­ω­μά του ἦ­ταν πο­λύ ψη­λό, σή­με­ρα θά τόν ὀ­νο­μά­ζα­με Ὑ­πουρ­γό Οἰ­κο­νο­μι­κῶν. Αὐ­τό πού πρέ­πει νά θε­ω­ρη­θεῖ βέ­βαι­ο, εἶ­ναι ὅ­τι ἦ­ταν σί­γου­ρα Ἰ­ου­δαῖ­ος στό γέ­νος καί στή θρη­σκεί­α, γι­α­τί πρῶ­το εἶ­χε ἔρ­θει στά Ἰ­ε­ρο­σό­λυ­μα νά προ­σκυ­νή­σει καί δεύ­τε­ρο γνώ­ρι­ζε νά δι­α­βά­ζει Ἑ­βραϊ­κά, ἀ­φοῦ ὁ Ἀ­πο­στ. Φί­λιπ­πος τό βρῆ­κε νά δι­α­βά­ζει τό βι­βλί­ο τοῦ προφ. Ἠ­σαΐ­α. Δέν εἶ­ναι πα­ρά­ξε­νο ἕ­νας Ἑ­βραῖ­ος στό γέ­νος καί τή θρη­σκεί­α νά εἶ­χε ἀ­πο­κτή­σει τέ­τοι­ο ἀ­ξί­ω­μα στή χώ­ρα πού ἔ­με­νε. Σᾶς θυ­μί­ζω τόν Ἰ­ω­σήφ τόν γι­ό τοῦ Ἰ­α­κώβ στήν Αἴ­γυ­πτο καί τόν Δα­νι­ήλ στή Βα­βυ­λώ­να. Τό προ­σκυ­νη­μα­τι­κό αὐ­τό τα­ξί­δι τοῦ Ἑ­βραί­ου αὐ­τοῦ Αἰ­θί­ο­πα, στά Ἰ­ε­ρο­σό­λυ­μα, ἔ­γι­νε τίς ἡ­μέ­ρες τοῦ πά­θους, τοῦ θα­νά­του καί τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως τοῦ Χρι­στοῦ. Πολ­λά θά ἄ­κου­σε καί τοῦ κί­νη­σε τό ἐν­δι­α­φέ­ρον νά ἐ­ρευ­νή­σει τό γε­γο­νός. Στήν ἐ­πι­στρο­φή του λοι­πόν πρός τήν Αἰ­θι­ο­πί­α, ἄρ­χι­σε νά δι­α­βά­ζει τό Νό­μο καί τούς Προ­φή­τες, γι­ά νά μά­θε ἄν πρά­γμα­τι τά ὅ­σα ἀ­να­φε­ρό­ντου­σαν ἐ­κεῖ γι­ά τόν Μεσ­σί­α, ἀ­λη­θεύ­α­νε στό πρό­σω­πο τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. Πρα­γμα­τι­κά, φαί­νε­ται ὅ­τι ὁ Αἰ­θί­ο­πας ἐ­κεῖ­νος κα­τη­χή­θη­κε κυ­ρί­ως ἀ­πό τό βι­βλί­ο τοῦ προφ. Ἠ­σαΐ­α καί ὅ­ταν πα­ρου­σι­ά­στη­κε ὁ Ἀ­πο­στ. Φί­λιπ­πος, χρει­ά­στη­κε μό­νο νά τόν βα­πτί­σει.

Ἔ­τσι ὁ ἀ­ξι­ω­μα­τοῦ­χος αὐ­τός Αἰ­θί­ο­πας, ὑ­πῆρ­ξε ὁ πρῶ­τος Χρι­στι­α­νός τῆς Αἰ­θι­ο­πί­ας.

 

 

 

Published in: on Σεπτεμβρίου 7, 2012 at 11:50 μ.μ.  Σχολιάστε  
Tags: , , , ,
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: