ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ;

<< Πνεῦ­μα σάρ­κα καί ὀ­στέ­α οὐκ ἔ­χει…>>(Λουκ. κ­δ΄34).

      Ὑ­πάρ­χουν φα­ντά­σμα­τα; Ἀ­πα­ντοῦμεν ὄ­χι. Φῆ­μες ὑ­πάρ­χουν πολ­λές ὅ­τι, ὁ δεῖ­να στόν τό­πον ἐ­κεῖ­νον, ἐ­κεῖ­νο τόν και­ρόν ἤ εἰς ἐ­κεῖ­νο τό ἔ­θνος, εἶ­δαν ἕ­να ἤ πολ­λά φα­ντά­σμα­τα, εἴ­τε ἀν­θρώ­πους ἄν­δρας ἤ γυ­ναί­κας, εἴ­τε θη­ρί­α γνω­στά ἤ ἄ­γνω­στα ὅ­τι ἐ­μ­φα­νί­σθη­καν σ’ αὐ­τούς καί ἄλ­λους ἔ­βλα­ψαν, ἄλ­λους δέ ἐ­φό­βι­σαν.

Ἴσως κάποιοι ἀπό μᾶς θά ἔχουμε ἀ­κού­σει διάφορες ἱ­στο­ρί­ες πε­ρί φα­ντα­σμά­των καί σίγουρα στην νεανική μας ἠλικία θα εἴχαμε ­φο­βηθεῖ πο­λύ ἀκούγοντας γιά τό ὅ­τι εἰς τό δεῖ­να πο­τά­μι γιά παράδειγμα ὑ­πάρ­χουν νε­ράϊ­δες, εἰς ἐ­κεῖ­νον τόν τό­πον ὑ­πάρ­χουν στοι­χι­ᾶ καί τήν νύ­κτα πα­λεύ­ουν, στόν τᾶ­δε τό­πο ὑ­πάρ­χει σμερ­δά­κι (ἀ­πο­θα­νών ἀ­βά­πτι­στο νή­πι­ον), ἄλ­λω­τε πά­λι ὅ­τι εἰς τόν ἀ­νε­μο­στρό­βι­λο, χο­ρεύ­ουν πο­νη­ρά πνεύ­μα­τα καί ὅ­ποι­ον πε­ρι­λά­βουν τό συ­νε­παίρ­­νουν. Αὐ­τά καί ἄλ­λα πολ­λά ἔχουμε ἀκούσει, ὅ­μως, οὔ­τε ἐ­γώ οὔ­τε κάποιος πού γνωρίζω  ἔχουμε ὑποστεῖ βλά­βη ἀπό τά <<φα­ντά­σμα­τ>>.

Πλήν λέ­γο­υμεν τή γνῶ­μη μας, ὅ­τι φα­ντά­σμα­τα μέν δέν ὑ­πάρ­χουν, ὑ­πάρ­χουν ὅ­μως οἱ δαί­μο­νες, πού λαμ­βά­νουν δι­ά­φο­ρες μορ­φές (φα­ντά­σμα­τα), ὄ­χι ὅ­μως ὅ­πο­τε θέ­λουν αὐ­τοί, οὔ­τε πα­ρου­σι­ά­ζο­νται εἰς ὅ­ποι­ους θέ­λουν, ἀλ­λ’ ὅ­ταν τούς ἐ­πι­τρα­πεῖ ἀπό τόν Θεό. Ὅ­ταν λοι­πόν β­ρε­θεῖ κά­ποι­ος ἐ­νώ­πι­ον <<φα­ντά­σμα­τος>> τό­τε εὐ­θύς νά κάνει τό ση­μεῖ­ο τοῦ Σταυ­ροῦ (σωστά ὄ­χι λο­ξά) καί ἀ­μέ­σως ἀ­φα­νί­ζε­ται τό <<φά­ντα­σμα>>, δι­ό­τι τό <<φά­ντα­σμα>> ἔ­χει μό­νο ἐμ­φά­νι­ση, οὐ­σί­α δέν ἔ­χει, ὡς καί ὁ Χρι­στός εἶ­πεν εἰς τούς Μα­θη­τάς του <<ὅ­τι πνεῦ­μα (φά­ντα­σμα δη­λα­δή) σάρ­κα καί ὀ­στέ­α οὐκ ἔ­χει…>>.

Φα­ντά­σμα­τα λοι­πόν δέν ὑ­πάρ­χουν ἀλ­λά δαί­μο­νες καί ὅ­πως προ­εί­πα­με, ἄν κά­πο­τε θα δῆ­τε κά­τι τέ­τοι­ο, κάνε­τε τό ση­μεῖ­ο τοῦ Σταυ­ροῦ, ὀρ­θῶς ὄ­χι λο­ξῶς (ἐ­πει­δή λο­ξῶς ση­μει­ού­με­νος ὁ Σταυ­ρός δέν φο­βί­ζει τούς δαί­μο­νες) καί εὐ­θύς θά ἀ­φα­νι­σθεῖ.

Ἀ­κού­σα­τε κάποια ἀ­λη­θι­νή ἱ­στο­ρί­α πού μοῦ τήν διηγήθηκε εὐσεβής πιστός. Εἰς τό χω­ρί­ον μου –μοῦ εἶπε- τόν μῆ­να Αὔ­γου­στον λι­ά­ζουν (ξη­ραί­νουν) τήν στα­φί­δα στά ἀ­λώ­νι­α. Καί τήν μέν ἡ­μέ­ραν ἐρ­γά­ζο­νται, τήν δέ νύ­κταν φυ­λάνε τήν στα­φί­δα γι­ά νά μήν τήν κλέ­ψουν. Κά­ποι­ο ἀπόγευμα λοι­πόν, ξε­κί­νη­σε ὁ Πα­πα­νι­κο­λῆς (ἐ­πώ­νυ­μον), κα­βά­λα στό ἄ­λο­γό του, πρός φύ­λα­ξιν τῆς στα­φί­δας του. Ὅ­ταν πλη­σί­α­σε στό κτῆ­μα του, ­ξα­φνικά ­φά­νηκε ἕ­να <<φά­ντα­σμα>> τυ­λι­γμέ­νο σέ σε­ντό­νι, κάνοντας ἀ­συ­νάρ­τη­τες κι­νή­σεις. Τό ἄ­λο­γο ἐξα­γρι­ώ­θηκε καί ὁ Πα­πα­νι­κο­λῆς ἀπό τό φό­βο του, ἔ­λε­γε ἀπό μέσα του τό <<Πά­τερ ἡ­μῶν>>. Τό <<φά­ντα­σμα ὅ­μως δέν ἔ­φευ­γε, καί τό ἄ­λο­γο ἀ­φη­νί­α­σε μέ κίν­δυ­νο νά ρί­ξει τόν ἐ­πι­βά­τη, ὁ­πό­τε κα­τέ­βη ὁ Πα­πα­νι­κο­λῆς καί πέρνοντας πέ­τρες τίς ἔ­ρριχνε κα­τά τοῦ <<φα­ντά­σμα­τος>>, τό ὁ­ποῖ­ο ἐ­πί τέ­λους ἔ­φυ­γε, ὁ δέ Πα­πα­νι­κο­λῆς ἀπό τόν φό­βο του ἐ­πέ­στρε­ψε στό χω­ρί­ο.

Τό ἑπό­με­νο βρά­δυ, ­κί­νη­σε καί πά­λι ὁ Πα­πα­νι­κο­λῆς γι­ά τό κτῆ­μα του, ἀλ­λά ἔ­λα­βε μα­ζί του καί τό πι­στό­λι του δι­ό­τι κα­θώς πί­στευαν οἱ συγ­χω­ρι­α­νοί μου, τά φα­ντά­σμα­τα φο­βοῦ­νται τά πι­στό­λι­α. Ἀφοῦ ἔφθα­σε λοιπόν στό συγκεκριμένο ση­μεῖ­ο, νά καί πά­λι τό φά­ντα­σμα, κα­τά τοῦ ὁ­ποί­ου ἤρ­χι­σε ὁ Πα­πα­νι­κο­λῆς νά πυ­ρο­βο­λεῖ. Τό­τε εὐ­θύς, ἐξαφα­νί­σθηκε τό φά­ντα­σμα καί ­πο­τέ πλέ­ον δέν φά­νηκε.

Πέρασαν ἀπό τό περιστατικό αὐτό πολλά χρόνια καί ἡ Σο­φί­α ἡ τσο­πά­να, ἔ­λε­γε γε­λώ­ντας, ὅ­τι κα­θώς τό μαν­δρί της ἦ­το κοντά στόν τό­πο ἐ­κεῖνο, ἐ­γνώ­ρι­ζε τήν ὥ­ρα πού περνοῦσε ἀ­π’ κεῖ ὁ Πα­πα­νι­κο­λῆς. Ἔ­τσι ἔ­κα­νε τό φά­ντα­σμα, δι­ά νά τόν φο­βί­σει! Κα­θώς τό ἄκου­σα –κατέληξε ὁ ἀφηγητής- σᾶς τό δι­η­γοῦ­μαι.

Θά ἤ­θε­λα ὅ­μως νά ἀ­να­φερ­θῶ καί εἰς τήν λε­γό­με­νη Μό­ρα, ἡ ὁ­ποί­α ὅ­ταν κοι­μᾶ­ται ὁ ἄν­θρω­πος τόν <<πλα­κώ­νει>>, ἔ­ως νά σκά­σει ὁ ἄν­θρω­πος. Μοῦ εἶπε κάποιος πού πάθαινε Μόρα, ὅτι -ὅποτε τόν ἔπιανε- ἔλεγε τό <<Πά­τερ ἡ­μῶν>> καί ἀμέσως ἠρεμοῦσε. Στό τέλος κατόρθωσε να ἀπαλλαγεῖ τελείως ἀπ’ αὐτήν. Τοῦ­το γί­νε­ται ὅ­ταν ὁ ἄν­θρω­πος κοι­μᾶ­ται ἄ­νευ προ­σευ­χῆς.

Καί μιᾶς καί ἀναφερθήκαμε περί νυκτερινῆς προσευχῆς ἀκοῦστε καί αὐτό. Κάποτε ἕ­νας Ἑ­βραῖ­ος, ὁ­δοι­πο­ροῦντας ἐ­νύ­κτω­σε καί ­κοι­μή­θηκε σ’ ἕ­ναν εἰ­δω­λο­λα­τρι­κό να­ό. Φο­βού­με­νος ὅ­μως τό χῶρο, ἄν και δέν ἦταν Χριστιανός, προ­τοῦ κοι­μη­θῆ, ἐ­σταυ­ρώ­θη. Τήν νύ­κτα ἦλ­θαν οἱ δαί­μο­νες καί ξύπνησε ὁ Ἐβραῖος ἐκεῖνος, ἄ­κου­σε δέ νά συ­νο­μι­λοῦν οἱ δαίμονες, λέ­γο­ντες· Ἀ­φῆ­στε τον, εἶ­ναι σφρα­γι­σμέ­νος.

Τοῦ­το ἀ­κού­σας ὁ Ἑβραῖος, μέ ἀνυπομονησία περίμενε νά ξημερώσει, ὁπότε εὐ­θύς πῆγε στόν Ἐ­πί­σκο­πον τῆς πό­λε­ως καί βα­πτί­σθη Χρι­στι­α­νός.

Λοι­πόν,  ἄ­νευ προ­σευ­χῆς, δέν πρέπει να κοι­μούμεθα.

Advertisements
Published in: on Ἰουνίου 17, 2012 at 11:55 π.μ.  Σχολιάστε  

ΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ


   Οἱ Ἄγ­γε­λοι εἶ­ναι ἀ­σώ­μα­τοι καί λει­τουρ­γοί τοῦ Θε­οῦ τοῦ ‘Υ­ψί­στου, ὅ­μως ἀ­πο­στέλ­λο­νται πα­ρά Θε­οῦ καί πρός ἡ­μᾶς τούς ἀν­θρώ­πους, νά μᾶς φυ­λᾶ­νε ἀ­πό τούς Δαί­μο­νες καί ἀ­πό ἄλ­λα κα­κά, τά ὁ­ποί­α εἶ­ναι γε­μά­τος ὁ κό­σμος καί ἡ ζω­ή μας.
Οἱ Ἄγ­γε­λοι, ἔ­γι­ναν πρίν γί­νει ὁ κό­σμος τοῦ­τος. Ὅ­λα τά Ἔ­θνη εἶ­ναι πα­ρα­δε­δο­μέ­να εἰς τούς Ἀγ­γέ­λους, κά­θε Ἔ­θνος καί ἕ­νας Ἄγ­γε­λος, εἰς τά ἄ­θε­α Ἔ­θνη, ἐ­νῶ εἰς τά Χρι­στι­α­νι­κά κά­θε Χρι­στι­α­νός με­τά τό βάπτισμα, ἔ­χει ὡς φύ­λα­κα ἕ­ναν Ἄγ­γε­λο, ὅ­πως ἐ­πί­σης καί ἕ­ναν Δαί­μο­να, καί ὁ μέν ἀ­γα­θός Ἄγ­γε­λος συμβου­λεύ­ει εἰς ἡ­μᾶς νά ποι­οῦ­μεν τά ἀ­γα­θά ἔρ­γα, ὁ δέ πο­νη­ρός Ἄγ­γε­λος, δη­λα­δή ὁ Δαί­μων, μᾶς συμ­βου­λεύ­ει ὅ­λα τά κα­κά. Ἀλ­λά ἄς μᾶς δι­δά­ξουν οἱ Ἅ­γι­οι τοῦ Θε­οῦ, πε­ρί Ἀγ­γέ­λων.

   <>. Κα­τά τήν εἰ­κό­να αὐ­τοῦ τούς ἐ­ποί­η­σεν ἀ­σω­μά­τους, ὠ­σάν ἀ­έ­ρα ἤ πῦρ ἀ­σώ­μα­τον, κα­θώς λέ­γει ὁ Προ­φή­της Δαυ­ΐδ· <> (ψαλ.103), ἑν­νο­ών, τό ἐ­λα­φρόν καί θερ­μόν καί ὁ­ξύ καί κο­πτε­ρόν πε­ρί τήν θεί­αν ἀ­γά­πην καί ἐ­πι­θυ­μί­αν καί λει­τ­ουρ­γί­αν, κα­θώς καί τήν πρός τά ἄ­νω πο­ρεί­αν αὐ­τῶν καί ἀ­πό πά­σης γη­ΐ­νης φρο­ντί­δος ἀ­πηλ­λα­γμέ­νους.
Ὁ Ἄγ­γε­λος λοι­πόν, εἶ­ναι οὐ­σί­α ἀ­σώ­μα­τος, ἀ­ει­κί­νη­τος καί αὐ­τε­ξού­σι­ος, ὑ­πη­ρε­τών τόν Θε­όν. Κα­τά χά­ριν ἔ­χει λά­βει ἀ­θα­να­σί­αν. Τήν οὐ­σί­αν καί τήν μορ­φήν αὐ­τοῦ μό­νον ὁ Θε­ός γνω­ρί­ζει. Λέ­γο­μεν ἀ­σώ­μα­τον καί ἄϋ­λον τόν Ἄγ­γε­λον, συ­γκρί­νο­ντες αὐ­τόν μέ ἡ­μᾶς, ἐ­νῶ συ­γκρι­νό­με­νος μέ τόν Θε­όν, πα­χύς καί ὑ­λι­κός εὑ­ρί­σκε­ται, κυ­ρί­ως ἄϋ­λος καί ἀ­σώ­μα­τος μό­νον ὁ Θε­ός εἶ­ναι.
    Εἶ­ναι λοι­πόν ὁ Ἄγ­γε­λος, λο­γι­κή φύ­σις, νο­ε­ρά καί αὐ­τε­ξού­σι­ος, κα­τά τήν γνῶ­μιν τρε­πτός, δη­λα­δή ὅ­ταν θέ­λῃ δύ­να­ται νά τρα­πῆ.Ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε πρᾶ­γμα κτι­στόν εἶ­ναι καί τρε­πτόν, μό­νον ὁ Θε­ός εἶ­ναι ἄ­τρε­πτος. Καί ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε λο­γι­κόν, εἶ­ναι καί αὐ­τε­ξού­σι­ον.

   Ὡς λο­γι­κή λοι­πόν φύ­σις ὁ Ἄγ­γε­λος καί νο­ε­ρά εἶ­ναι καί αὐ­τε­ξού­σι­ος, ὡς δέ κτι­στή φύ­σις, εἶ­ναι καί τρε­πτός ἔ­χει δη­λα­δή ἐ­ξου­σί­αν νά μέ­νη καί νά προ­κό­πτη πρός τό ἀ­γα­θόν ἤ καί νά τρέ­πε­ται πρός τό χει­ρό­τε­ρον. Εἶ­ναι ἀ­νε­πί­δε­κτος με­τα­νοί­ας, ἐ­πει­δή εἶ­ναι ἀ­σώ­μα­τος (ὁ ἄν­θρω­πος, δι­ά τήν ἀ­δυ­να­μί­αν τοῦ σώ­μα­τος, ἔ­τυ­χεν με­τα­νοί­ας πα­ρά Θε­οῦ). Ἀ­θά­να­τος εἶ­ναι ὄ­χι ἐκ φύ­σε­ως ἀλ­λά δι­ά τῆς χά­ρι­τος τοῦ Θε­οῦ. Ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε ἄρ­χι­σε ἐκ φύ­σε­ως, στα­μα­τά­ει. Μό­νον ὁ Θε­ός πά­ντο­τε ὑ­πάρ­χει, μᾶλ­λον δέ, καί ὑ­περ­πά­ντο­τε ὑ­πάρ­χει, ὄ­χι κά­τω ἀ­πό χρό­νον ἀλ­λά πά­νω ἀ­πό τόν χρό­νον ὡς ποι­η­τής τοῦ χρό­νου.
   Οἱ Ἄγ­γε­λοι, εἶ­ναι δεύ­τε­ρα φῶ­τα, νο­ε­ρά, ἐκ τοῦ πρώ­του φω­τός τοῦ Θε­οῦ, ἔ­χου­σι τόν φω­τι­σμόν, καί δέν ἔ­χουν ἀ­νά­γκην, οὔ­τε γλώσ­σης, οὔ­τε ἀ­κο­ῆς ἀλ­λά χω­ρίς προ­φο­ρι­κόν λό­γον με­τα­ξύ των ὁ­μι­λοῦν, δι­ά τῶν νο­η­μά­των τοῦ νο­ός.
Δι­ά τοῦ Θε­οῦ Λό­γου ἐ­κτί­σθη­σαν οἱ Ἄγ­γε­λοι καί δι­ά τοῦ ἁ­γι­α­σμοῦ, τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος ἐ­τε­λει­ώ­θη­σαν, κα­τ’ ἀ­να­λο­γί­αν τῆς ἀ­ξί­ας καί τῆς τά­ξε­ως με­τέ­χουν τοῦ φω­τι­σμοῦ καί τῆς Χά­ρι­τος τοῦ Θε­οῦ.
Εἰς ἕ­ναν τό­πον εἶ­ναι καί ὄ­χι πα­ντα­χοῦ πα­ρό­ντες καί ὅ­ταν εἶ­ναι εἰς τόν οὐ­ρα­νόν δέν εὑ­ρί­σκο­νται εἰς τήν γῆν, ὅ­ταν δέ ἀ­πο­στέλ­λο­νται ὑ­πό τοῦ Θε­οῦ εἰς τήν γῆν, δέν εὑ­ρί­σκο­νται εἰς τόν οὐ­ρα­νόν. Δέν ἐ­μπο­δί­ζο­νται ὑ­πό τοι­χῶν καί θυ­ρῶν καί κλει­δα­ρι­ῶν. Εἶ­ναι ἀ­ό­ρι­στοι, ὅ­ταν δέ λέ­γω ἀ­ό­ρι­στοι, ἐν­νο­ῶ ὅ­τι ὁ Θε­ός ἀ­πο­στέλ­λων αὐ­τούς εἰς τούς ἀν­θρώ­πους, φα­νε­ρώ­νο­νται με­τα­σχη­μα­τι­σμέ­νοι δη­λα­δή ὄ­χι ὅ­πως εἶ­ναι εἰς τήν φύ­σιν τους, ἀλ­λά ὅ­πως ἠ­μπο­ροῦν νά τούς ἰ­δοῦν οἰ ἄν­θρω­ποι, ἀ­ό­ρι­στος εἶ­ναι μό­νον ὁ Θε­ός.

   Πᾶν κτί­σμα, ὑ­πό τοῦ Θε­οῦ λαμ­βά­νει τά ὅ­ρι­α του. Ἔ­ξω τῆς φύ­σε­ως τους οἱ Ἄγ­γε­λοι ἔ­χουν τόν ἁ­γι­α­σμόν τοῦ ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Προ­φη­τεύ­ουν δι­ά τῆς Θεί­ας Χά­ρι­τος. Δἐν ἔ­χουν ἀ­νά­γκη γά­μου δι­ό­τι δέν πε­θαί­νουν. Ἐ­πει­δή εἶ­ναι νο­ε­ροί, εἰς νο­ε­ρούς τό­πους εὑ­ρί­σκο­νται, δέν πε­ρι­γρά­φο­νται σω­μα­τι­κῶς δι­ό­τι σχη­μα­τί­ζο­νται ὄ­χι σω­μα­τι­κῶς κα­τά φύ­σιν, οὔ­τε τρισ­δι­ά­στα­τοι εἶ­ναι ἀλ­λά ἀ­σω­μά­τως πα­ρευ­ρί­σκο­νται καί ἐ­νερ­γοῦν ἐ­κεῖ ὅ­που προ­στα­χθοῦν ὑ­πό τοῦ Θε­οῦ. Εἴ­τε ἴ­σοι εἶ­ναι με­τα­ξύ τους  κα­τά τήν οὐ­σί­αν, εἴ­τε δι­α­φέ­ρουν δέν γνω­ρί­ζου­με, μό­νον ὁ Θε­ός πού τούς ἔ­πλα­σε γνω­ρί­ζει. Δι­α­φέ­ρουν δέ με­τα­ξύ τους εἰς τόν φω­τι­σμόν καί εἰς τήν στά­σιν, εἴ­τε πρός τόν φω­τι­σμόν τήν τά­ξιν ἔ­χουν ἤ πρός τήν στά­σιν, λαμ­βά­νουν τόν φω­τι­σμόν καί με­τα­ξύ τους φω­τί­ζο­νται δι­ά τήν ἀ­νω­τε­ρό­τη­τα τῆς τά­ξε­ως ἤ φύ­σε­ως. Φα­νε­ρόν δέ, ὅ­τι οἱ ἀ­νώ­τε­ροι, φω­τί­ζουν τούς κα­τώ­τε­ρους καί τούς δι­δά­σκουν.

   Εἶ­ναι ἰ­σχυ­ροί καί ἔ­τοι­μοι πρός τήν ἐκ­πλή­ρω­σιν τοῦ θε­λή­μα­τος τοῦ  Θε­οῦ καί πα­ντα­χοῦ ἀ­μέ­σως εὑ­ρί­σκο­νται δι­ά τῆς τα­χύ­τη­τος τῆς φύ­σε­ώς των, ἐ­κεῖ ὅ­που θέ­λει ὁ Θε­ός. Καί φυ­λάτ­τουν μέ­ρη τῆς γῆς καί προΐ­στα­νται Ἐ­θνῶν καί τό­πων. Κα­θώς ὑ­πό τοῦ Θε­οῦ ἐ­τά­χθη­σαν καί τά ζη­τή­μα­τά μας ἐ­ξοι­κο­νο­μοῦν καί μᾶς βο­η­θοῦν ἐ­ξά­πα­ντος κα­τά τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ. Πά­νω ἀ­πό ἡ­μᾶς ὑ­πάρ­χουν, πά­ντο­τε γύ­ρω ἀ­πό τόν Θε­όν ὑ­πάρ­χουν. Εἶ­ναι δυ­σκί­νη­τοι πρός τό κα­κόν ἀλ­λά ὄ­χι ἀ­κί­νη­τοι. Τώ­ρα δέ, εἶ­ναι ἀ­κί­νη­τοι, ὄ­χι ἐκ φύ­σε­ως ἀλ­λά χά­ρι­τι Θε­οῦ καί μέ­νο­ντες πλη­σί­ον τοῦ Θοῦ, βλέ­πουν τόν Θε­όν κα­τά τό δυ­να­τόν εἰς αὐ­τούς καί αὐ­τήν τήν ἀ­πό­λαυ­σιν ἔ­χουν. Πά­νω ἀ­πό ἡ­μᾶς εἶ­ναι ἀ­σώ­μα­τοι, καί πα­ντός σω­μα­τι­κοῦ πά­θους ἀ­πηλ­λα­γμέ­νοι, δέν εἶ­ναι βέ­βαι­α ἀ­πα­θεῖς, μό­νον ὁ Θε­ός εἶ­ναι ἀ­πα­θής. Λαμ­βά­νουν σχῆ­μα, ὅ­ποι­ο ὁ Θε­ός θέ­λει, κι­’ ἔ­τσι φαί­νο­νται εἰς τούς ἀν­θρώ­πους καί φα­νε­ρώ­νουν εἰς αὐ­τούς τά μυ­στή­ρι­α τοῦ Θε­οῦ.Εἰς τόν οὐ­ρα­νόν μέ­νουν καί ἕ­να εἶ­ναι τό ἔρ­γον τους, νά ὑ­μνοῦντόν Θε­όν καί νά ὑ­πη­ρε­τοῦν τό θέ­λη­μά του, κα­θώς λέ­γει ὁ Ἅ­γι­ος Δι­ο­νύ­σι­ος.

   Ἡ Ἁ­γί­α Γρα­φή, ἐν­νέ­α τά­γμα­τα Ἀγ­γέ­λων ὀ­νό­μα­σεν καί ταῦ­τα εἰς τρεῖς τρι­ά­δες ἐ­χώ­ρι­σεν ὁ Ἅ­γι­ος Δι­ο­νύ­σι­ος. Ἡ πρώ­τη τρι­άς, φύ­σει γύ­ρω ἀ­πό τόν Θε­όν εἶ­ναι, πλη­σί­ον καί ἀ­μέ­σως, τά ἑ­ξα­πτέ­ρυ­γα Σε­ρα­φείμ, καί τά πο­λυ­ό­μα­τα Χε­ρου­βίμ καί οἱ ἁ­γι­ώ­τα­τοι Θρό­νοι.  Δευ­τέ­ρα τρι­άς εἶ­ναι, οἱ Κυ­ρι­ό­τη­τες καί οἱ Δυ­νά­μεις καί οἱ Ἐ­ξου­σί­ες. Τρί­τη καί τε­λευ­ταί­α τρι­άς εἶ­ναι οἱ Ἀρ­χές, οἱ Ἀρ­χάγ­γε­λοι καί οἱ Ἄγ­γε­λοι. Με­ρι­κοί λέ­γουν ὅ­τι πρό πά­σης κτί­σε­ως ἔ­γι­ναν οἱ Ἄγ­γε­λοι, κα­θώς λέ­γει ὁ Θε­ο­λό­γος Γρη­γό­ρι­ος <>, ἄλ­λος δέ, ὅ­τι με­τά τήν ποί­η­σιν τοῦ πρώ­του οὐ­ρα­νοῦ. Ὅ­μως ὅ­τι πρίν τῆς πλά­σε­ως τοῦ ἀν­θρώ­που ἔ­γι­ναν, ὅ­λοι ὁ­μο­λο­γοῦν, ἐ­γώ δέ συμ­φω­νῶ μέ τόν Ἅ­γι­ον Γρη­γό­ρον τόν Θε­ο­λό­γον, δι­ό­τι ἔ­πρε­πε πρῶ­τον νά κτι­σθῆ ἡ ἀ­σώ­μα­τος οὐ­σί­α εἴ­τα ἡ αἰ­σθη­τή καί με­τά ὁ ἄν­θρω­πος, ὁ ἐκ νο­η­τῆς καί αἰ­σθη­τῆς οὐ­σί­ας πλα­σθείς>> (Δα­μα­σκη­νοῦ).

   Τό πῶς ὑ­μνο­λο­γοῦν τόν Θε­όν οἱ Ἄγ­γε­λοι ἄς ἀ­κού­σω­μεν· <<Ἡ ἑ­νάς τῶν ἄ­νω Δυ­νά­με­ων, ὡς ὑ­μνω­δός, καί τῶν ὕ­μνων πρώ­τη ἀρ­χί­ζου­σα, τρι­α­δι­κῶς τάσ­σε­ται καί χο­ρο­στα­τεῖ καί ἑ­νώ­πι­ον τῆς Ἁ­γί­ας Τρι­ά­δος με­τά φό­βου ὑ­πη­ρε­τοῦ­σα καί προ­σφέ­ρει τόν ὕ­μνον. Ἐκ τού­των, οἱ μέν εἰς τόν Θε­όν κα­θυ­φα­πλώ­νο­νται ἀ­πό τοῦ ὁ­ποί­ου, ὅ­σοι εἶ­ναι πλη­σι­έ­στε­ρον καί τῶν ὕ­μνων πρῶ­τοι ἀρ­χί­ζουν, οἱ Θρό­νοι, τά Χε­ρου­βίμ καί τά Σε­ρα­φείμ, τοῦ­το εἶ­ναι τό ὄ­νο­μά τους, τῶν ὁ­ποί­ων τό ἰ­δί­ω­μα εἶ­ναι, ἡ πύ­ρι­νη σο­φί­α καί ἡ γνῶ­σις τῶν οὐ­ρα­νί­ων καί ὁ Θε­ο­πρε­πής ὕ­μνος τοῦ <>, κα­τά τήν Ἑ­βραϊ­κήν φω­νήν.
    Δευ­τέ­ρα τά­ξις εἶ­ναι οἱ Ἐ­ξου­σί­ες, οἱ Κυ­ρι­ό­τη­τες καί οἱ Δυ­νά­μεις καί ἔ­χουν τό ἰ­δί­ω­μα, τήν δι­ευ­θέ­τη­σιν τῶν με­γά­λων πρα­γμά­των, τίς  ἐ­νέρ­γει­ες τῶν θαυ­μά­των καί τόν τρι­σά­γι­ον ὕ­μνον· <>
   Τρί­τη τά­ξις εἶ­ναι ἡ πλη­σι­ά­ζου­σα πρός ἡ­μᾶς τούς ἀν­θρώ­πους, οἱ Ἀρ­χές, οἱ Ἀρ­χάγ­γε­λοι καί οἱ Ἄγ­γε­λοι, κι­’ ἔ­χουν τό ἰ­δί­ω­μα νά λει­τουρ­γοῦν καί νά ὑ­πη­ρε­τοῦν καί νά ψάλ­λουν τόν ἱ­ε­ρόν ὕ­μνον· <> (Ἁγ. Νι­κή­τα Στη­θά­κου).

    Ἰ­κα­νά ταῦ­τα πρός τό πα­ρόν πε­ρί Ἀγ­γέ­λων. Θε­οῦ εὐ­δο­κί­ᾳ καί εὐ­και­ρί­ας δο­θεί­σης, θά ποῦμεν καί ἄλ­λα.
    Ὁ Θε­ός τῶν Ἀγ­γέ­λων δι­ά τῶν πρε­σβει­ῶν αὐ­τῶν, νά σώ­ση ἡ­μᾶς ἐκ τῆς κο­λά­σε­ως.  
Published in: on Φεβρουαρίου 8, 2011 at 11:01 μ.μ.  Σχολιάστε  

ΟΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ

<<Ἐ­θε­ώ­ρουν τόν Σα­τα­νάν, ὡς ἀ­στρα­πήν
 ἐκ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ πε­σόν­τα>> (Λουκ.10,18).

   <> (Σει­ράχ 13,1) λέ­γει ὁ σο­φός.  Τό αυτό ἰσχύει καί μέ τούς δαίμονες κι ἀ­κό­μα χει­ρό­τε­ρον. Ὅ­μως, ἐ­πει­δή <> διά νά μήν ζη­μι­ω­θοῦμεν ψυ­χι­κά ἕ­νε­κεν ἀ­γνοί­ας, διά τοῦ­το θέ­λον­τες νά φυ­γα­δεύ­σουμεν τήν βλα­βε­ράν ἄ­γνοι­αν τήν ὁ­ποί­αν πολ­λοί ἔ­χουμεν πε­ρί Δαι­μό­νων, θά γρά­ψουμε εἰς τό πα­ρόν ἄρθρον ὀ­λί­γα πε­ρί αὐ­τῶν, ὄ­χι βέ­βαι­α ἐκ τῆς κοι­λί­ας μας ἀλ­λά ἐκ τοῦ ἀ­κε­νώ­του θη­σαυ­ροῦ τῶν Ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων μας. Καί ἀρ­χί­ζου­με.
   
    Ὁ ἀρ­χη­γός τῶν Δαι­μό­νων λέ­γε­ται Δι­ά­βο­λος, ἐ­πει­δή δι­α­βάλ­λει ὅ­λους τούς ἀν­θρώ­πους. Ἐκ τῆς δι­α­βο­λῆς ὀ­νο­μά­ζε­ται Δι­ά­βο­λος. Οἱ ἀ­κο­λου­θοῦν­τες αὐ­τόν λέ­γον­ται Δαί­μο­νες. Τό ὄ­νο­μα τοῦ Δι­α­βό­λου εἶ­ναι Σα­μα­ήλ, λέ­γε­ται καί Βε­ελ­ζε­βούλ καί Σα­τα­νᾶς καί Ἐ­ω­σφό­ρος καί ὄ­φις καί Δρά­κων, ὀ­νό­μα­τα πού δεί­χνουν τίς ἐ­νέρ­γει­ές του.

      Πῶς μᾶς πο­λε­μοῦν οἱ  δαί­μο­νες; 
<<Ἡ­μεῖς ὅ­που εὑ­ρι­σκό­με­θα εἰς τόν κό­σμον καί συ­να­να­στρε­φό­με­θα μέ αὐ­τόν καί πλη­σι­ά­ζον­τες μέ τάς ὕ­λας τῶν πα­θῶν, διά τοῦ πο­λέ­μου εἰς τήν πρά­ξιν, ὅ­σοι δέ εὑ­ρί­σκον­ται εἰς τήν ἔ­ρη­μον, ἐ­πει­δή σπα­νί­ζουν οἱ ἀ­φορ­μές τούς πο­λε­μοῦν διά τῶν λο­γι­σμῶν.>>(Ἁγ. Θε­ο­δώ­ρου Σαβ­βα­ΐ­του).
   Ἀλ­λά ὑ­πάρ­χει κι ἄλ­λος τρό­πος πού μᾶς πει­ρά­ζουν οἱ Δαί­μο­νες. Ἄς ἀ­κού­σου­μεν τόν Ἅ­γιον Μά­ξι­μον λέ­γων·<>

   Ἀλ­λά δέν πο­λε­μεῖ μό­νον ἡ­μᾶς ὁ Δι­ά­βο­λος ἀλ­λά καί αὐ­τός πο­λε­μεῖ­ται πα­ρ’ ἡ­μῶν. Τό πῶς ἄς τό ἀ­κού­σου­με· <>(Ἁγ. Ἰ­ω­άν­νου Καρ­πα­θί­ου).

   Ὅ­ταν ἦλ­θεν ὁ Χρι­στός ἐ­πί τῆς γῆς, πολ­λούς δαί­μο­νες ἐ­ξώ­ρι­σεν λέ­γει ὁ Ἅ­γιος Ἀ­θα­νά­σιος <> Ἡ αἰ­τί­α ἦ­ταν ὅ­τι ἦ­σαν πο­λύ τυ­ραν­νι­κοί καί ὡ­μοί πρός τούς ἀν­θρώ­πους. Ἄ­βυσ­σον λέ­γει ἤ τήν με­γά­λην καί ἄ­πλευ­στον θάλ­λα­σαν ἤ τήν κό­λα­σιν. Καί ἄλ­λος Ἅ­γιος τά ἴ­δια λέ­γει· <>(Ἅγ. Ἰ­ω­άν­νης Κλί­μα­κος).

   Ἴ­σως με­ρι­κοί νά νομί­ζουν ὅ­τι οἱ Δαί­μο­νες γνω­ρί­ζουν ὅ­λα ὅ­σα ἔ­χουμεν στήν ψυ­χήν μας καί δέν δυ­νά­με­θα νά τούς κρύ­ψουμε τί­πο­τα. Δέν εἶ­ναι ὅ­μως ἔ­τσι ἀλ­λά τό ἀν­τί­θε­τον. Πό­θεν οἱ Δαί­μο­νες ἔ­λα­βον τό­σην ἐ­ξου­σί­αν, ὥ­στε νά γνω­ρί­ζουν τά μύ­χια καί κρυ­πτά τῆς ψυ­χῆς μας; Μή­πως αὐ­τοί μᾶς ἔ­πλα­σαν; Τοῦ­το μό­νον τοῦ πλά­στου ὑ­πάρ­χει καί εἶ­ναι καί οὐ­δε­νός ἄλ­λου, οὔ­τε Ἀγ­γέ­λων οὔ­τε Δαι­μό­νων, οὔ­τε ἀν­θρώ­πων. Ὀ­μοί­ως καί τό νά ζω­ο­ποι­ῆ ἀν­θρώ­πους ἤ ζῶ­α τοῦ­το εἶ­ναι ἐ­ξου­σί­α μό­νον τοῦ Θε­οῦ καί οὐ­δε­νός ἄλ­λου. Νά θα­να­τώ­σουν δύ­ναν­ται, νά ζω­ο­ποι­ή­σουν ὄ­χι, οὔ­τε νά λά­βουν ἄν­θρώ­που σῶ­μα δύ­ναν­ται οἱ δαί­μο­νες, ἐ­νῷ οἱ Ἄγ­γε­λοι τοῦ Θε­οῦ, προ­στά­ξει Θε­οῦ λαμ­βά­νουν. Διά τοῦ­το λέ­γο­μεν φαν­τά­σμα­τα τίς ἐμ­φα­νί­σεις τῶν Δαι­μό­νων. Τά φαν­τά­σμα­τα δέν ἔ­χουν σάρ­κα καί ὀ­στᾶ, ἀλ­λά ἀ­έ­ρα καί δέν πι­ά­νον­ται μέ τό χέ­ρι καί ὅ­ταν δοῦν τό ση­μεῖ­ον τοῦ Σταυ­ροῦ ἀ­φα­νί­ζον­ται. 
Ἀλ­λά, ἄς ἐ­πα­νέλ­θου­με ὥστε νά δοῦμεν ὅ­τι δέν βλέ­πουν τήν ψυ­χήν μας οἱ Δαί­μο­νες. <>(Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Κλί­μα­κος).
Ἐ­π’ αὐ­τοῦ καί ὁ Μ. Ἀ­θα­νά­σιος μᾶς λέ­γει· <.(Μεγ. Ἀ­θα­να­σί­ου).

   Κά­πο­τε ὁ Μέ­γας Ἀν­τώ­νιος θέ­λων νά ἐ­ξευ­τε­λί­σει τούς Δαί­μο­νας ἐ­νώ­πιον ἄλ­λων ἀν­θρώ­πων οἱ ὁ­ποῖ­οι ἐ­νό­μι­ζον ὅ­τι οἱ Δαί­μο­νες γνω­ρί­ζουν τά μέλ­λον­τα, ἔ­κα­νε τό ἐ­ξῆς τέ­χνα­σμα. Εἶ­πεν εἰς τούς γνω­στούς, ὅ­τι <> καί ἐ­ξε­κί­νη­σεν. Εὐ­θύς τρέ­χουν οἱ Δαί­μο­νες καί λέ­γουν εἰς τούς Ἀ­λε­ξαν­δρεῖς, <> καί ἐ­τοι­μά­σθη­καν. Ὁ δέν Μέ­γας Ἀν­τώ­νιος εἰς τά μι­σά τοῦ δρό­μου, ἐ­πέ­στρε­ψεν καί πα΄λιν εἰς τό κελ­λί­ον του καί δέν πῆ­γε εἰς τήν Ἀ­λε­ξάν­δρειαν. Ἐκ τού­του ἔ­μα­θον ὅ­λοι ὅ­τι οἱ Δαί­μο­νες δέν ἠμ­πο­ροῦν νά προ­φη­τεύ­ουν.

   <<Πῶς ὁ Δι­ά­βο­λος σεί­ει ὅ­λην τήν οἰ­κου­μέ­νην; 
Ὅ­πως ἕ­νας ἄ­νε­μος, ὅ­λα τά φυ­τά καί τά σπέρ­μα­τα εἶ­ναι ἱ­κα­νός νά κλο­νί­ση καί νά σεί­η ἤ ὅ­πως ἕ­να σκό­τος τῆς νυ­κτός εἰς πᾶ­σαν τήν γῆν ἐ­ξα­πλοῦ­ται ἔ­τσι καί ὁ Δι­ά­βο­λος σκό­τος καί ἄ­νε­μος ὑ­πάρ­χων, ὅ­λον τό γέ­νος τῶν ἀν­θρώ­πων τό ἐ­πί τῆς γῆς κλυ­δω­νί­ζει>> (Ἁγ. Μα­κα­ρί­ου). Δια­τί ὅ­μως ὁ Θε­ός τόν ἀ­φή­νει καί δέν τόν ἔ­στει­λε εἰς τήν κό­λα­σιν ἀ­μέ­σως με­τά τήν ἀν­ταρ­σί­αν, ἀ­φοῦ μά­λι­στα ἡ κό­λα­σις εἶ­ναι <>; Ἄς τό μά­θου­με καί αὐ­τό ἐκ τοῦ ἰ­δί­ου πα­τρός Ἁγ. Μα­κα­ρί­ου· <>.

   Πολ­λές φο­ρές λέ­γου­με, ὅ­τι μᾶς ἔ­φε­ρε ἐμ­πό­διον ὁ Δι­ά­βο­λος καί ἐ­μα­ται­ώ­θη κάποιο ἔρ­γο πού θέ­λα­με νά κά­νουμεν. Διά νά μά­θουμεν καί πε­ρί τού­του, ἄν ὄν­τως μᾶς φέρ­νει ἐμ­πό­διον ὁ Δι­ά­βο­λος ἤ ἡ­μεῖς πα­ρα­λέ­γο­μεν τά συμ­βαί­νον­τα, ἄς α­κού­σουμεν τί μᾶς δι­δά­σκει ὁ Μέ­γας Βα­σί­λει­ος.<>. Καί πά­λιν ἀλ­λοῦ λέ­γει· <>. Ποί­α εἶ­ναι τῆς ψυ­χῆς οἱ ἀ­ρε­τές πού δέν δύ­να­ται ὁ Δι­ά­βο­λος νά ἐμ­πο­δί­σεις; Γιά πα­ρά­δειγ­μα ἡ πί­στις. Δέν μπο­ρεῖ ὁ Δι­ά­βο­λος νά ἐμ­πο­δί­ση τήν ψυ­χή νά πι­στεύ­ει στό Θε­όν, διά τοῦ­το με­τα­χει­ρί­ζε­ται ἄλ­λους τρό­πους γιά νά ἀ­πι­στοῦν οἱ ἄν­θρω­ποι ἤ­τοι ἀ­πει­λή, φο­βέ­ρα, βά­σα­να κ.λ.π. Ἄλ­λα ψυ­χι­κά κα­τορ­θώ­μα­τα πού δέν δύ­να­ται νά ἐμ­πο­δί­ση ὁ Δι­ά­βο­λος εἶ­ναι ἡ κα­λή προ­αί­ρε­σις, ἡ προ­σευ­χή κ.ἄ. Τοῦ σώ­μα­τος ἐ­νέρ­γει­ες καί ἀ­ρε­τές πού δύ­να­ται κα­τά πα­ρα­χώ­ρη­ση Θε­οῦ νά ἐμ­πο­δί­σει ὁ Δι­ά­βο­λος εἶ­ναι, ἡ βο­ή­θεια κά­ποι­ου συ­ναν­θρώ­που μας, ἡ σω­μα­τι­κή ἐρ­γα­σί­α, ἡ νη­στεί­α, ἡ ἀ­γρυ­πνί­α, ἡ ἐ­λε­η­μο­σύ­νη κ.ἄ.

   Ρω­τή­θηκε κά­πο­τε ὁ Δαί­μων ἀπό ἕναν Ἅγιο νά εἴ­πη τί φο­βεῖ­ται πε­ρισ­σό­τε­ρον καί ἀ­πε­κρί­θει·<>.(Καλ­λί­στου καί Ἰ­γνα­τ. Ξαν­θο­πού­λων). 
Δη­λα­δή φο­βοῦν­ται οἱ Δαί­μο­νες, τό Σταυ­ρόν, τό Ἅ­γιον Βά­πτι­σμα καί τήν  Θ. Κοι­νω­νί­αν. Πρός τό πα­ρόν ἀρκετά ἀναφέραμε, στό μέλ­λον Θε­οῦ θέ­λον­τος καί πά­λιν θά ἐ­πι­λη­φθοῦ­με δι­ό­τι τό θέ­μα δέν ἐ­ξην­τλή­θηκε, ὁ δέ ἱ­σχυ­ρός Θε­ός, νά ποι­ή­ση καί ἡ­μᾶς ἰ­σχυ­ρούς κα­τά τῶν ἐ­χθρῶν μας Δαι­μό­νων, ὥ­στε νά φο­βοῦν­ται ἐ­κεῖ­νοι ἡ­μᾶς καί ὄ­χι ἡ­μεῖς αὐ­τούς. Γέ­νοι­το. 
Published in: on Φεβρουαρίου 4, 2011 at 10:30 π.μ.  Σχολιάστε  
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: